
«Το παιδί μου κάνει τη μία αταξία μετά την άλλη»
Η μία αταξία διαδέχεται την άλλη κι εσείς προσπαθείτε να καταλάβετε τι συμβαίνει στο παιδί σας. Αυτό το άρθρο θα σας βοηθήσει να δείτε ότι κάθε αταξία δεν είναι ίδια και τους τρόπους με τους οποίους μπορείτε να την αντιμετωπίσετε.
Η αταξία ως εξερεύνηση
Αυτό το είδος αταξίας γίνεται μόλις το παιδί αρχίσει να περπατάει. Θέλει να αγγίξει τη λάμπα που καίει, να βάλει τα δάχτυλά του στην πρίζα κλπ. Μαθαίνει τη ζωή και τους κινδύνους της. Η συχνότητα αυτών των αταξιών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το δικό σας άγχος. Όσο το παιδί αισθάνεται ότι φοβάστε (μήπως καεί, κοπεί, δηλητηριαστεί…), τόσο περισσότερο έχει την τάση να τροφοδοτεί τους φόβους σας. Αυτό συμβαίνει γιατί, χωρίς να το συνειδητοποιεί, το παιδί αισθάνεται πως δεν το εμπιστεύεστε. Αν, αντίθετα, αισθανθεί ότι του επιτρέπετε να εξερευνήσει τον κόσμο γύρω του, θα το κάνει με πιο σωστό τρόπο.
Τι μπορείτε να κάνετε
Ακόμη κι αν το παιδί είναι πολύ μικρό, πείτε του ότι αυτό απαγορεύεται. Εξηγήστε του ότι «Αυτό είναι επικίνδυνο. Η λάμπα καίει. Δε θέλω να καείς. Μην το ξανακάνεις». Την επόμενη φορά μη διστάσετε να του πιάσετε το χέρι με δύναμη, αγριοκοιτάζοντάς το και υπενθυμίζοντας την απαγόρευση. Μη βασίζεστε στα διάφορα προστατευτικά μέσα με τα οποία μπορείτε να εξοπλίσετε το σπίτι σας. Το παιδί σας πρέπει να μάθει να ζει στο σπίτι του. Επιπλέον, με αυτά τα μέσα προστασίας, οι γονείς αποφεύγουν να δώσουν στο παιδί εξηγήσεις που θα το προστατεύσουν από τον κίνδυνο και τις συνέπειές του, ενώ είναι σίγουρο ότι το παιδί θα βρεθεί σε μέρη λιγότερο προστατευμένα. Για παράδειγμα, ένα παιδί που ταξιδεύει με αυτοκίνητο που έχει πάντα ασφαλισμένες τις πόρτες δε μαθαίνει ότι είναι επικίνδυνο να ανοίξει την πόρτα ή το παράθυρο.
Η αταξία ως μάθημα αυτονομίας
Αυτή συνήθως γίνεται μετά τα δύο τρία πρώτα χρόνια του παιδιού. Αναποδογυρίζει το ποτήρι την ώρα που το γεμίζει με νερό, του πέφτει κάτω το πιάτο που μεταφέρει στο τραπέζι ή πλημμυρίζει το μπάνιο πλένοντας τα χέρια του. Αυτές οι αταξίες γίνονται από αδεξιότητα.
Τι μπορείτε να κάνετε
Το παιδί σας θέλει να σας μιμηθεί αλλά δε βλέπει τα πράγματα όπως εσείς. Κανένα παιδί δεν μπορεί να μάθει να κάνει πράγματα μόνο του αν δε περάσει πρώτα από το στάδιο των ατυχημάτων. Ακόμη, χρειάζεται να του επιτρέπετε να λερώνεται χωρίς να του λέτε ότι φέρεται σαν γουρουνάκι και να αποφεύγετε απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς όταν κάνει ζημιές. Οι ταπεινωτικοί χαρακτηρισμοί θα εμποδίσουν το παιδί να πάρει κάποια πρωτοβουλία στο μέλλον. Για να μεγαλώσει το παιδί πρέπει να αισθάνεται ότι οι γονείς του επιτρέπουν να διακινδυνεύει. Όταν υποχωρήσει, λοιπόν, ο εκνευρισμός μπορείτε να πείτε: «Μπράβο που προσπάθησες. Είμαι σίγουρη ότι την επόμενη φορά θα τα καταφέρεις καλύτερα». Το παιδί σας θα αισθανθεί ότι το εμπιστεύεστε και θα προσέχει από μόνο του.
Η αταξία ως πρόκληση
Πετάει κάτω το φαγητό του, σκίζει το βιβλίο του, μουτζουρώνει στους τοίχους, βρίζει επίτηδες… Έχει περάσει, όμως, πλέον η περίοδος της εξερεύνησης. Γνωρίζει καλά ότι αυτό που κάνει δεν επιτρέπεται, επομένως θέλει να σας προκαλέσει.
Τι μπορείτε να κάνετε
Κατ’ αρχήν, τραβήξτε την προσοχή του και καρφώστε το βλέμμα σας στο δικό του. Στη συνέχεια, ρωτήστε το «τι συμβαίνει». Με αυτή την ερώτηση θεωρείτε την όποια πράξη δική του ευθύνη και του δίνετε την ευκαιρία να δώσει μια εξήγηση. Έπειτα, θυμίστε του την απαγόρευση, μαλώστε το αυστηρά και στείλτε το στο δωμάτιό του. Αν έκανε κάποια πολύ σοβαρή αταξία (πχ. έκλεψε κάτι από ένα κατάστημα) κι εσείς είστε έξω φρενών, μη διστάσετε να το βάλετε τιμωρία.
Αγνοείτε τους λόγους που το οδήγησαν στην αταξία;
Ίσως να πρόκειται για ένα μήνυμα, ένα κάλεσμα σε βοήθεια, το οποίο το παιδί σας στέλνει με το δικό του τρόπο. Πείτε του: «Δε σε αφήνω να φτάνεις σε τέτοιες καταστάσεις. Μπορούμε να κουβεντιάσουμε αυτό που σε στενοχωρεί». Αφιερώστε του χρόνο για να σκεφτείτε μαζί τι συμβαίνει και να σας πει σχετικά. Προτείνετε διάφορες εξηγήσεις πχ. «Μήπως το τελευταίο διάστημα στενοχωριέσαι λίγο στο σχολείο;». Να τονίζετε τις φράσεις σας με «μήπως» και «λίγο», που στοχεύουν στη χαλάρωση του παιδιού σας, έτσι ώστε να σας μιλάει πιο ανοιχτά. Όταν απευθύνεστε με αυτόν τον τρόπο στο παιδί, του δείχνετε ότι αποδέχεστε το να έχει διαφορετικά από τα δικά σας συναισθήματα και το προτρέπετε να σας ανοίγει την καρδιά του. Ταυτόχρονα, σκεφτείτε εάν πρόσφατα έγιναν σημαντικές αλλαγές στη ζωή του παιδιού πχ. μετακόμιση, αλλαγή σχολείου, γέννηση ενός μικρότερου αδελφού…Προσπαθήστε, λοιπόν, να διορθώσετε την κατάσταση αρχικά με τις δικές σας δυνάμεις. Αν, όμως, αυτή συνεχίζεται, καλό είναι να ζητήσετε τη συμβουλή ενός ψυχολόγου. Συνήθως λίγες επισκέψεις αρκούν για να ξεδιαλύνει μια δύσκολη κατάσταση.
Διαβάστε ακόμη:
Μάθετε Περισσότερα

Κανόνες της οικογένειας: πώς τους βάζουμε;
Κάποιες οικογένειες έχουν μια ξεκάθαρη εικόνα σχετικά με τους κανόνες που θα ήθελαν να εφαρμόσουν αλλά δυσκολεύονται να τους επιβάλλουν. Σε άλλες οικογένειες οι γονείς δε συμφωνούν με τους κανόνες ή τους μετατρέπουν αλλάζοντας τα δεδομένα μόλις η συμπεριφορά των παιδιών τους γίνει πιο προκλητική. Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, οι οικογένειες εξελίσσονται. Θεωρείται πολύ σπάνιο για μια οικογένεια να μην έχει καθόλου κανόνες. Σχεδόν όλοι οι γονείς, για παράδειγμα, θεωρούν την επιθετική συμπεριφορά – χτυπήματα, μπουνιές, κλωτσιές – απαράδεκτη, αλλά ο τρόπος που αντιμετωπίζουν αυτά τα ζητήματα συχνά φανερώνει στα παιδιά κάτι εντελώς διαφορετικό.
Ένας κανόνας είναι πραγματικά κανόνας μόνο εάν τον στηρίξετε με συνέπεια σε περίπτωση που το παιδί τον παραβεί. Εάν δεν κάνετε αντιληπτό στα παιδιά σας τον τρόπο με τον οποίο θέλετε να συμπεριφέρονται και δεν τα προσανατολίσετε στη σωστή κατεύθυνση με ένα συνδυασμό πειθαρχίας και επιβράβευσης, τότε μάλλον δεν έχετε θέσει κανέναν κανόνα. Όπως εμείς ως ενήλικες δεχόμαστε ότι η ζωή μας διέπεται από συγκεκριμένους κοινωνικούς κανόνες – ξέρουμε πχ. ότι εάν περάσουμε με κόκκινο και μας σταματήσει η τροχαία θα πάρουμε κλήση – έτσι και τα παιδιά πρέπει να καταλάβουν ότι η συμπεριφορά τους θα έχει επιπτώσεις.
Είναι σαν να παίζετε με το παιδί σας ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, το οποίο εσείς έχετε ήδη παίξει στο παρελθόν ενώ το παιδί σας όχι. Αφού στήσετε το παιχνίδι, του λέτε να παίξει πρώτο. «Να ρίξω το ζάρι;» σας ρωτά, αλλά εσείς δεν απαντάτε. Οπότε ρίχνει το ζάρι και μετακινεί το πιόνι του. «Προχωράς προς τη λάθος κατεύθυνση» του λέτε. «Και πού να το ξέρω;» απαντά το παιδί. «Δεν μου το είπες!».
Συνεχίζοντας το παράδειγμα με το επιτραπέζιο παιχνίδι, δεν πρόκειται να καθίσετε με την τρίχρονη κόρη σας και να της μάθετε να παίζει Μονόπολυ, γιατί απλά δεν έχει ακόμα τις νοητικές ικανότητες να καταλάβει όλους τους κανόνες και να ξέρει τι πρέπει να κάνει. Στην ηλικία της όμως μπορεί να ρίχνει τα ζάρια, να ξέρει πότε είναι η σειρά της και να μετακινεί το πιόνι. Βρίσκεται στο επίπεδο των κανόνων που έχουν το Φιδάκι και ο Γκρινιάρης. Το ίδιο ισχύει και με τους κανόνες του σπιτιού. Τα μικρά παιδιά χρειάζονται μερικούς ξεκάθαρους κανόνες. «Δεν επιτρέπονται οι καβγάδες», «Πρέπει να κάνετε ό, τι λένε η μαμά και ο μπαμπάς». Καθώς τα παιδιά σας μεγαλώνουν μπορείτε να προχωρήσετε ακόμη περισσότερο και να προσαρμόσετε τη συμπεριφορά τους σε μεγαλύτερο βαθμό.
Ο στόχος σας είναι να κάνετε τα παιδιά σας να έχουν επίγνωση της συμπεριφοράς τους, αλλά και των άλλων ανθρώπων, καθώς και την αίσθηση του σωστού και του λάθους. Όταν ένα παιδί έχει αναπτύξει τη δική του συνείδηση, εάν έχει κάνει κάτι που ξέρει ότι δεν είναι σωστό, θα έρθει να απολογηθεί χωρίς να του το ζητήσετε.
Βρείτε μια ήρεμη στιγμή και καθίστε μαζί με το σύντροφό σας να συζητήσετε τρόπους κοινής προσέγγισης. Τι σημαίνει για σας μη αποδεκτή συμπεριφορά; Τι δεν σας ενοχλεί; Σε ποια θέματα χρειάζεται πραγματικά ως γονείς να επιβληθείτε; Σε ποιους τομείς έχετε τη δυνατότητα να είστε πιο χαλαροί; Λύστε τις διαφορές που έχετε σαν ζευγάρι, έτσι ώστε να παρουσιάσετε ένα κοινό μέτωπο. Επικοινωνήστε μεταξύ σας και με τα παιδιά σας.
Διευκρινίστε πώς θέλετε να συμπεριφέρονται τα παιδιά σας ακόμα και όταν τα αφήνετε στη φροντίδα των baby-sitter και των παππούδων. Όλοι όσοι φροντίζουν τα παιδιά σας θα πρέπει να ακολουθούν, όσο το δυνατόν περισσότερο, το ίδιο βασικό πρόγραμμα έτσι ώστε τα παιδιά να ξέρουν τι έχουν να περιμένουν.
Τι σημαίνει σαφείς κανόνες
Οι σαφείς κανόνες δεν σημαίνουν ότι πρέπει κάθε μέρα να παίζετε το ρόλο του αστυνομικού κάνοντας γυμνάσια στα παιδιά σας. Μην πηγαίνετε γυρεύοντας. Ο έπαινος και η ενθάρρυνση που επικυρώνουν τη σωστή συμπεριφορά των παιδιών σας είναι τόσο ισχυρά μέσα όσο και η πειθαρχία. Είναι όμως επίσης σημαντικό να συνειδητοποιήσετε ότι θα έχετε να αντιμετωπίσετε λιγότερες μάχες εάν σταματήσετε τη μη αποδεκτή συμπεριφορά από πολύ νωρίς, πριν βρεθεί η ευκαιρία να γίνει ακόμη χειρότερη.
Πολλοί γονείς αγνοούν τα παιδιά τους όταν τους αντιμιλούν, ή αδιαφορούν για τα σχετικά μικρά ατοπήματα προκειμένου να έχουν την ηρεμία τους, με την ελπίδα ότι αυτή η κατάσταση σύντομα θα εκτονωθεί. Αν όμως η κακή συμπεριφορά είναι πολύ καλά ριζωμένη ή εάν το παιδί συμπεριφέρεται άσχημα για να τραβήξει την προσοχή σας, τότε σίγουρα η κατάσταση θα επιδεινωθεί. Πολύ σύντομα θα μαζεύετε τα κομμάτια σας μετά από ένα μεγάλο ξέσπασμα. Εάν το παιδί σας παραβεί έναν κανόνα, θα πρέπει να το προειδοποιήσετε και να συνεχίσετε να έχετε την ίδια στάση εάν επαναληφθεί αυτή η συμπεριφορά.
Ακόμη μπορείτε να διαβάσετε:
https://www.anagnostopoyloy.gr/%ce%b8%ce%b5%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%b5%cf%80%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bd%cf%89%ce%bd%ce%af%ce%b1-%ce%b3%ce%bf%ce%bd%ce%ad%cf%89%ce%bd-%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b9%cf%8e%ce%bd/
Μάθετε Περισσότερα

Επικοινωνία γονέων και παιδιών: πώς μπορεί να είναι θετική;
Η επικοινωνία είναι μια απαραίτητη ικανότητα συνυφασμένη με το ρόλο του γονιού. Τα παιδιά δεν μπορούν να διαβάσουν το μυαλό σας. Εάν δεν τους δείξετε και δεν τους πείτε πώς περιμένετε να συμπεριφερθούν – με άλλα λόγια, εάν δεν τα καθοδηγήσετε με παραδείγματα – δε θα ξέρουν τι περιμένετε από κείνα. Εάν άλλα λέτε και άλλα κάνετε, τότε θα λάβουν μπερδεμένα μηνύματα. Εάν παγιδευτείτε στο κέντρο ενός κυκεώνα συναισθημάτων, χάσετε τον έλεγχο και αρχίσετε να τους επιτίθεστε λεκτικά, θα μειώσετε την αυτοπεποίθησή τους και θα αρχίσετε να δημιουργείτε μια εχθρική σχέση, η οποία θα επιδεινώνεται όσο περνά ο καιρός.
Το πρώτο πράγμα που χρειάζεται να κάνουν οι γονείς είναι να μάθουν πώς να έχουν μια καλή επικοινωνία μεταξύ τους. Μόλις εσείς και ο σύντροφός σας βρεθείτε στην «ίδια σελίδα» και παρουσιάσετε ένα κοινό μέτωπο, τα παιδιά θα ξέρουν πώς πρέπει να συμπεριφερθούν. Αντίθετα, τα μπερδεμένα μηνύματα κάνουν τα παιδιά να ζουν μέσα στη σύγχυση και την αβεβαιότητα και τους δίνουν την ευκαιρία να στρέφουν τον ένα γονέα ενάντια στον άλλο.
Πολλά από τα προβλήματα στην επικοινωνία με τα παιδιά επιδεινώνονται από το γεγονός ότι οι γονείς δεν έχουν την ίδια προσέγγιση σε ένα συγκεκριμένο θέμα, ή χρησιμοποιούν τα παιδιά τους ως εργαλεία για τον δικό τους αγώνα υπερίσχυσης του ισχυρότερου. Μερικές φορές, οι διαφορές εμφανίζονται στο θέμα της πειθαρχίας. Ο ένας γονιός αφήνει τα παιδιά να συμπεριφερθούν με έναν τρόπο που ο άλλος γονέας θεωρεί απαράδεκτο, απλώς και μόνο επειδή έχει εξαντληθεί από την καθημερινή αντιμετώπιση αυτής της συμπεριφοράς. Μπορεί βέβαια να συμβαίνει κάτι άλλο. Ο ένας γονιός να είναι πιο μαλακός επειδή δεν περνά πολλές ώρες με τα παιδιά και το να θέτει κανόνες είναι το τελευταίο πράγμα που θέλει να κάνει όταν επιστρέφει στο σπίτι. Κάποιες φορές οι γονείς διαφωνούν σε σχέση με τους κανόνες. Επιτρέπεται τα παιδιά να τρώνε γλυκά ενδιάμεσα των γευμάτων ή όχι; Επιτρέπεται να μένουν ξύπνια μετά από την ορισμένη ώρα τους το σαββατοκύριακο ή όχι; Αυτό μόνο εσείς μπορείτε να το γνωρίζετε. Οποιαδήποτε όμως κι αν είναι η απόφασή σας, θα πρέπει να την πάρετε από κοινού.
Όταν οι γονείς δεν συμφωνούν, δεν υποφέρουν μόνο τα παιδιά. Όλοι οι γονείς που παλεύουν να επιβάλλουν τους βασικούς κανόνες συμπεριφοράς αισθάνονται ότι υποβιβάζονται όταν αυτή η προσπάθεια δεν αναγνωρίζεται ή δεν υποστηρίζεται από το σύντροφό τους. Εάν τελικά αυτές οι προσπάθειες δεν λειτουργούν και τα παιδιά είναι εντελώς αποχαλινωμένα, θα νιώσετε ότι βρίσκεστε ένα βήμα πριν τη γελοιοποίηση και την αποδοκιμασία. Τότε είναι που ξεκινά το παιχνίδι των ευθυνών. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πάρα πολύ εύκολο ο ένας γονέας να αρχίσει να αισθάνεται αποτυχημένος και οι σχέσεις να γίνονται προβληματικές. Σκεφτείτε το όμως για μια στιγμή. Γιατί να ανταγωνίζεστε μεταξύ σας; Και οι δύο είστε υπεύθυνοι για την οικογένειά σας και χρειάζεται να πάρετε αποφάσεις, αλλά και να αναλάβετε την ευθύνη των πράξεών σας και την αποτελεσματικότητα της επικοινωνίας σας
Εάν οι γονείς αισθανθούν ότι έχουν χάσει εντελώς τον έλεγχο, καθώς τα παιδιά τους συμπεριφέρονται άσχημα σε καθημερινή βάση, το αποτέλεσμα θα είναι η δημιουργία ενός αρνητικού κλίματος. Σε αυτή την περίπτωση η απογοήτευση των γονέων είναι εύκολο να μετατραπεί σε θυμό ή απελπισία. Τότε η οικογένεια παύει να λειτουργεί σαν μια μονάδα. Αντίθετα, μετατρέπεται σε μια ομάδα δυστυχισμένων ανθρώπων που ζουν κάτω από την ίδια στέγη χωρίς ουσιαστική επικοινωνία. Μπορείτε πάντα όμως να αναστρέψετε την κατάσταση αν έχετε θέληση να τα αλλάξετε και είστε αποφασισμένοι να κατανοήσετε την πραγματική φύση των προβλημάτων και να συνεργαστείτε όλη η οικογένεια μαζί.
Μάθετε Περισσότερα
Κατάθλιψη: πώς μπορεί να βοηθηθεί κάποιος (β’ μέρος)
Τι πρέπει να γνωρίζει κάποιος που πάσχει από κατάθλιψη
Εάν κάποιος πάσχει από κατάθλιψη, είναι πιθανό να αισθάνεται εξάντληση, απόγνωση, αναξιότητα και απελπισία. Τέτοιες αρνητικές σκέψεις και αισθήματα ίσως το κάνουν να θέλει να παραιτηθεί από τη ζωή. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσει πως αυτές οι αρνητικές ιδέες είναι στοιχείο της κατάθλιψης και δεν αντικατοπτρίζουν σωστά την κατάσταση. Ο αρνητικός τρόπος σκέψης εξασθενεί όσο προχωρά η θεραπεία. Στο μεσοδιάστημα όμως το άτομο είναι καλό να έχει στο νου του τα εξής:
-Να μη τίθενται δύσκολοι στόχοι και να μην γίνει ανάληψη μεγαλύτερης ευθύνης από αυτήν που του αναλογεί.
-Μεγάλα καθήκοντα να «τεμαχίζονται» σε μικρότερα έργα και να τίθενται προτεραιότητες. Ό, τι επιτυγχάνεται είναι σημαντικό.
-Να είναι μαζί με άλλους ανθρώπους και να βρει ένα άτομο εμπιστοσύνης.
-Συμμετοχή σε δραστηριότητες που μπορούν να κάνουν το άτομο να αισθανθεί καλύτερα.
-Η ήπια σωματική άσκηση, μία ταινία στον κινηματογράφο, ένας αγώνας ποδοσφαίρου, η συμμετοχή σε θρησκευτικές, κοινωνικές ή άλλες δραστηριότητες μπορεί να βοηθήσουν.
-Η διάθεση βελτιώνεται σταδιακά, όχι αμέσως. Παίρνει χρόνο να νιώσει κανείς καλύτερα.
-Καλό είναι σημαντικές αποφάσεις να αναβληθούν μέχρι να περάσει η κατάθλιψη. Πριν την απόφαση μιας σημαντικής αλλαγής (πχ. γάμος, διαζύγιο, αλλαγή δουλειάς), καλό είναι να συζητιέται με ανθρώπους εμπιστοσύνης ώστε να σχηματίζεται μια περισσότερο αντικειμενική εικόνα της κατάστασης.
-Σπάνια οι άνθρωποι ξεφεύγουν μονομιάς από την κατάθλιψη. Μπορούν όμως να αισθάνονται καλύτερα κάθε μέρα που περνά.
-Ο ρεαλιστικός τρόπος σκέψης θα αντικαταστήσει τον αρνητικό, ο οποίος είναι μέρος της κατάθλιψης.
-Η οικογένεια και οι φίλοι μπορούν να βοηθήσουν αρκεί να τους επιτραπεί.
-Είναι σημαντικό να θυμάται κανείς ότι η κατάθλιψη είναι αυτή που δημιουργεί τις αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό, τον κόσμο, το μέλλον, τους άλλους ανθρώπους. Οι αρνητικές σκέψεις δεν είναι ρεαλιστικός τρόπος αντίληψης των πραγμάτων. Είναι σαν να βλέπει κανείς τα πάντα γύρω του μέσα από μια ομίχλη αρνητισμού. Οι αρνητικές σκέψεις δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτές ως αληθινές, είναι ένα στοιχείο της κατάθλιψης. Θα εξαφανιστούν όταν η κατάθλιψη ανταποκριθεί στη θεραπεία. Αν η αρνητική και απέλπιδα εικόνα για το μέλλον οδηγεί το άτομο σε σοβαρές σκέψεις αυτοκτονίας, θα πρέπει οπωσδήποτε να μιλήσει στον ειδικό που το παρακολουθεί και να ζητήσει τη βοήθειά του. Η αυτοκτονία είναι μια μη αναστρέψιμη πράξη που βασίζεται σε μη ρεαλιστικές απαισιόδοξες σκέψεις. Ένας κατάλογος με τηλέφωνα συγγενών και έμπιστων φίλων, γιατρών και θεραπευτών, γραμμών ψυχολογικής βοήθειας κλπ. και η επικοινωνία μαζί τους αμέσως μόλις αρχίσουν οι σκέψεις να τεθεί τέλος στη ζωή είναι εξαιρετικά βοηθητικά.
-Η σωστή εξέταση και διάγνωση από κάποιον ειδικό είναι πολύ σημαντικές για την έκβαση της κατάστασης όπως και η συμμόρφωση στη θεραπεία. Ίσως κάποιος θεωρεί ότι μπορεί να αντιμετωπίσει την κατάθλιψή του χωρίς βοήθεια. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί, είναι όμως εξαιρετικά δύσκολο. Η έγκαιρη θεραπεία μπορεί να προλάβει την κατάθλιψη προτού γίνει σοβαρή ή χρόνια. Ο κίνδυνος αυτοκτονίας είναι μεγαλύτερος στους ανθρώπους που δεν υποβάλλονται σε κάποιας μορφής θεραπεία. Με τη θεραπεία οι αυτοκτονικές σκέψεις αντιμετωπίζονται ασφαλέστερα. Όταν είναι απαραίτητη, η φαρμακευτική θεραπεία συνήθως έχει αποτέλεσμα από τον πρώτο κιόλας μήνα. Η θεραπεία είναι δυνατό να προλάβει νέα καταθλιπτικά επεισόδια.
Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε ένα δικό μας άνθρωπο που υποφέρει από κατάθλιψη
Αν θέλετε να βοηθήσετε ένα δικό σας άνθρωπο που πάσχει από κατάθλιψη, θα πρέπει αρχικά να διασφαλίσετε ότι θα υποβληθεί σε σωστή εξέταση, θα λάβει ακριβή διάγνωση και θα ακολουθήσει την κατάλληλη θεραπεία. Εκτός αυτών, είναι απαραίτητο να τον ενθαρρύνετε να παραμείνει στη θεραπεία μέχρι τα συμπτώματα να αρχίσουν να υποχωρούν, το οποίο συμβαίνει μέσα σε μερικές εβδομάδες. Σε ορισμένες περιπτώσεις ίσως χρειαστεί να τον συνοδέψετε στον ειδικό. Εάν η ψυχοθεραπεία συνδυάζεται με τη χορήγηση φαρμάκων, πιθανό να χρειαστεί να παρακολουθείτε εάν λαμβάνει σωστά τη φαρμακευτική αγωγή και εάν συμμορφώνεται με τις οδηγίες του θεραπευτή για τη χρήση αλκοόλ, για όσο διάστημα διαρκεί η φαρμακοθεραπεία.
Εξαιρετικά σημαντική είναι και η παροχή συναισθηματικής στήριξης από μεριάς σας. Αυτό σημαίνει να δείχνετε κατανόηση και υπομονή, να προσφέρετε στοργή και κουράγιο. Να συζητάτε με τον άνθρωπο που υποφέρει και να τον ακούτε προσεκτικά. Μην υποτιμάτε τα αισθήματα που νιώθει, αλλά τονίστε τα πραγματικά γεγονότα και προσφέρετέ του ελπίδα. Όταν διαπιστώνετε ότι κάνει αρνητικές σκέψεις, βοηθήστε τον να τις αναγνωρίσει και στη συνέχεια να προσπαθήσει να τις αντικρούσει προτείνοντας στον εαυτό του εναλλακτικές σκέψεις, ακόμη και αν δεν πείθεται από αυτές.
Μην αγνοείτε ενδείξεις που φανερώνουν αυτοκτονικές σκέψεις και, εάν υπάρχουν, μην αμελήσετε να τις αναφέρετε οπωσδήποτε στο θεραπευτή που τον παρακολουθεί.
Προσκαλέστε τον σε εξόδους, περιπάτους και άλλες δραστηριότητες. Όταν αρνείται τις προτάσεις σας, καλό είναι να επιμείνετε με ευγενικό και διακριτικό τρόπο.
Προτρέψτε τον να ασχοληθεί με πράγματα που γνωρίζετε ότι στο παρελθόν του έδιναν ευχαρίστηση (πχ. σπορ, χόμπι, πολιτιστικές ή θρησκευτικές δραστηριότητες), μην τον πιέζετε όμως να κάνει πολλά σε μικρό χρονικό διάστημα.
Ο άνθρωπος που υποφέρει από κατάθλιψη χρειάζεται συντροφιά και ψυχαγωγία, όταν όμως αντιμετωπίζει μεγάλο αριθμό απαιτήσεων είναι πιθανό να νιώσει μεγαλύτερο αίσθημα αποτυχίας. Μην τον κατηγορείτε ότι τεμπελιάζει ή ότι προσποιείται τον ασθενή και μην περιμένετε να συνέλθει από τη μια στιγμή στην άλλη.
Να θυμάστε ότι με τη θεραπεία η κατάσταση των περισσότερων ατόμων με κατάθλιψη βελτιώνεται. Έτσι, μπορείτε να βεβαιώνετε τον άνθρωπό σας ότι με την πάροδο του χρόνου και με τη βοήθεια που δέχεται θα αισθανθεί καλύτερα.
Διαβάστε το α’ μέρος εδώ
Μάθετε Περισσότερα
Κατάθλιψη: τι είναι και πώς μπορεί να βοηθηθεί κάποιος (α’ μέρος)
Η κατάθλιψη αφορά μια διαταραχή η οποία επηρεάζει τη διάθεση και τις σκέψεις, και η οποία συνοδεύεται συνήθως από σωματικές ενοχλήσεις. Το άτομο με κατάθλιψη βιώνει αλλαγές στις διατροφικές του συνήθειες, στον ύπνο, στον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον εαυτό του αλλά και στον τρόπο με τον οποίο σκέπτεται και αντιλαμβάνεται τις γύρω του καταστάσεις. Η κατάθλιψη δεν αφορά το φυσιολογικό καταθλιπτικό συναίσθημα το οποίο περνά γρήγορα και έχει μικρότερη ένταση. Στην κατάθλιψη το συναίσθημα αυτό υπάρχει σε μεγάλη ένταση, διαρκεί περισσότερο και οδηγεί σε έκπτωση της λειτουργικότητας του ατόμου στους περισσότερους τομείς της ζωής του.
Ποια είναι τα συμπτώματα της κατάθλιψης
Η κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από μια σειρά συμπτώματα που επηρεάζουν πολλούς τομείς της ζωής του ατόμου. Όποιος έχει κατάθλιψη δεν εμφανίζει απαραίτητα όλα τα συμπτώματα της διαταραχής. Κάποια άτομα παρουσιάζουν πολλά, κάποια άλλα λιγότερα. Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων διαφέρει από το ένα άτομο στο άλλο, αλλά και στο ίδιο το άτομο με την πάροδο του χρόνου. Πιο συγκεκριμένα, ένα άτομο με κατάθλιψη μπορεί να εμφανίσει τα παρακάτω συμπτώματα:
-Καταθλιπτική διάθεση. Διαρκεί το μεγαλύτερο μέρος της μέρας, σχεδόν κάθε μέρα, για ένα διάστημα δύο εβδομάδων.
-Απώλεια της ευχαρίστησης και μείωση του ενδιαφέροντος για δραστηριότητες που θεωρούνταν ευχάριστες κατά το παρελθόν.
–Άγχος. Κάποιες φορές εμφανίζεται με τη μορφή εσωτερικής δυσφορίας, φόβου και αισθήματος επικείμενου κινδύνου.
-Διαταραχές στον ύπνο. Το σύμπτωμα αυτό παρουσιάζεται με διάφορους τρόπους. Κάποια άτομα με κατάθλιψη κοιμούνται πάρα πολλές ώρες, κάποια δεν μπορούν να κοιμηθούν καθόλου και άλλα κάνουν πολύ ακανόνιστο ύπνο, δηλαδή ξυπνούν πολλές φορές κατά τη διάρκεια της νύχτας ή δυσκολεύονται να αποκοιμηθούν.
-Διαταραχές της όρεξης. Συνήθως η κατάθλιψη προκαλεί απώλεια της όρεξης με επακόλουθο την απώλεια βάρους. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί το αντίθετο σύμπτωμα, δηλαδή αυξημένη όρεξη για φαγητό και αυξημένο σωματικό βάρος, συνοδευόμενα από κρίσεις βουλιμίας με επεισόδια υπερφαγίας.
-Κόπωση, εξάντληση, απώλεια ενεργητικότητας. Συχνά το άτομο παραπονιέται ότι αισθάνεται κουρασμένο ή εξαντλημένο, σαν όλη η ενέργεια και ζωτικότητά του να το έχουν εγκαταλείψει. Μπορεί να παραμένει σε αδράνεια σε όλη τη διάρκεια της μέρας.
-Ελάττωση της σεξουαλικής διάθεσης. Ακόμη και αν το άτομο έχει σεξουαλικές επαφές, δεν επιθυμεί να κάνει σεξ και δεν αισθάνεται ευχαρίστηση.
-Ανημπόρια, απογοήτευση, ανησυχία και απαισιοδοξία για το μέλλον. Το άτομο τα βλέπει όλα μαύρα και θεωρεί ότι έτσι και θα παραμείνουν.
-Δυσκολία στη συγκέντρωση, τη σκέψη, τη μνήμη και τη λήψη αποφάσεων. Η ενασχόληση με τις καταθλιπτικές σκέψεις είναι τόσο έντονη και επηρεάζει σε τέτοιο βαθμό τη συγκέντρωση ώστε συχνά το άτομο αναφέρει ότι δυσκολεύεται να διαβάσει ή ακόμη και να παρακολουθήσει ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα.
-Αισθήματα και σκέψεις ενοχής, αναξιότητας και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Το άτομο κατηγορεί υπερβολικά τον εαυτό του για οτιδήποτε αρνητικό συμβαίνει ή θεωρεί ότι τιμωρείται για λάθη του παρελθόντος, ότι δεν αξίζει τίποτε κλπ.
-Σωματικά συμπτώματα που δεν εξηγούνται από ιατρικές εξετάσεις και δεν ανταποκρίνονται σε φαρμακευτική αγωγή. Τέτοια συμπτώματα είναι πονοκέφαλοι, πόνοι στη μέση, εμετός, ναυτία, κράμπες, δυσκοιλιότητα, πόνος στο στήθος, δυσκολία στην αναπνοή.
-Εμμονή σε σκέψεις θανάτου και αυτοκτονικές ιδέες. Κάποιες φορές το άτομο αισθάνεται τόσο απελπισμένο που σκέπτεται την αυτοκτονία. Η απόπειρα αυτοκτονίας είναι η πλέον σοβαρή και επικίνδυνη επιπλοκή της κατάθλιψης. Σε άτομα με βαριά κατάθλιψη είναι ιδιαίτερα αυξημένος ο κίνδυνος αυτοχειρίας.
Για να δοθεί η διάγνωση της κατάθλιψης θα πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον πέντε από τα συμπτώματα που αναφέρθηκαν. Σε αυτά θα πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνονται η καταθλιπτική διάθεση και η απώλεια ευχαρίστησης (ανηδονία).
Πώς αντιμετωπίζεται η κατάθλιψη
Η χρήση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων είναι πολύ πιθανό να μειώσει τα συμπτώματα της κατάθλιψης που σχετίζονται με το αυτόνομο νευρικό σύστημα, δηλαδή τη διαταραχή στην όρεξη και την απώλεια βάρους, τη δυσκολία στον ύπνο, τη μειωμένη ενεργητικότητα, την ελαττωμένη σεξουαλική διάθεση, την απώλεια ευχαρίστησης, την επιβράδυνση της σκέψης, του λόγου και των κινήσεων, τον εκνευρισμό, την ανησυχία, την ένταση, τις μεταβολές της συναισθηματικής διάθεσης κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Οι ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις βοηθούν κυρίως στη μείωση των «ψυχολογικών» συμπτωμάτων της κατάθλιψης, όπως η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η έλλειψη ελπίδας, το αίσθημα ανημπόριας, τα συναισθήματα ενοχής, οι αυτοκτονικές σκέψεις. Αυτή η βελτίωση πετυχαίνει με τη σειρά της την ανακούφιση των «σωματικών» συμπτωμάτων.
Χρησιμοποιούνται τεχνικές που αποσκοπούν να αυξήσουν τις δραστηριότητες από τις οποίες ο ασθενής αντλεί ευχαρίστηση και ικανοποίηση. Ακόμη, το άτομο βοηθιέται να αναπτύξει δεξιότητες και ικανότητες προκειμένου να αντιμετωπίζει πιο αποτελεσματικά τα δύσκολα γεγονότα ζωής, καθώς και να ανακτήσει τις κοινωνικές του δεξιότητες όταν αυτές έχουν εκλείψει. Επίσης, το άτομο διδάσκεται νέους τρόπους συμπεριφοράς, κυρίως όμως η προσπάθεια επικεντρώνεται στην αλλαγή του λανθασμένου τρόπου σκέψης, ο οποίος θεωρείται χαρακτηριστικός της κατάθλιψης, και στην αντικειμενικότερη αξιολόγηση της πραγματικότητας.
Συνεχίζεται… εδώ
Μάθετε Περισσότερα
Φοβίες: πώς δημιουργούνται και τι τις συντηρεί
Οι φοβίες αφορούν σε επίμονους και παράλογους φόβους για συγκεκριμένα αντικείμενα, χώρους ή καταστάσεις, σε αντίθεση με τους φόβους απέναντι σε πραγματικούς κινδύνους (πχ. φόβος να βάλετε το χέρι σας σε μια καυτή επιφάνεια). Εκείνο το οποίο κυρίως χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του ατόμου που έρχεται σε επαφή με το «φοβικό» αντικείμενο, τη «φοβική» κατάσταση ή τη «φοβική» δραστηριότητα είναι ότι κάνει το οτιδήποτε για να τ’ αποφύγει. Υιοθετεί δηλαδή μια συμπεριφορά αποφυγής απέναντι στο φοβικό αντικείμενο, η οποία συχνά επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργικότητά του. Εάν, όμως, η αποφυγή δεν επηρεάζει τη λειτουργικότητα του ατόμου στις καθημερινές του δραστηριότητες, τότε η φοβική συμπεριφορά δεν αποτελεί διαταραχή.
Το ποσοστό των ατόμων που παρουσιάζουν κάποια φοβία φαίνεται να είναι μεγάλο στο γενικό πληθυσμό (πιο συχνά στις γυναίκες), όμως μιας και δεν υπάρχει μεγάλη έκπτωση της λειτουργικότητάς τους δεν αναζητούν τη βοήθεια ειδικού.
Ποια είναι τα συμπτώματα της φοβίας
Τα συμπτώματα των φοβιών εκδηλώνονται σε τρία επίπεδα, στο σώμα, στη συμπεριφορά και τη σκέψη:
Το άτομο που πάσχει από κάποια φοβία, όταν έρχεται ή πρόκειται να έρθει αντιμέτωπο με το αντικείμενο ή την κατάσταση που φοβάται, εμφανίζει ταχυκαρδία, εφίδρωση, τρέμουλο, γρήγορη αναπνοή, μυϊκές συσπάσεις, αδυναμία, ναυτία, ζάλη, αίσθημα πανικού. Ειδικά στη φοβία του αίματος παρατηρούνται διαφορετικά συμπτώματα: απότομη πτώση της πίεσης, κρύος ιδρώτας και συχνά λιποθυμία. Αυτή η φοβία απαιτεί λόγω των ιδιαίτερων συμπτωμάτων της τη βοήθεια γιατρού.
Όταν έρχεται ή πρόκειται να έρθει αντιμέτωπο με το αντικείμενο ή την κατάσταση που φοβάται (ζώο, ύψος, κλειστός χώρος κλπ.), το άτομο είτε προσπαθεί να απομακρυνθεί αμέσως είτε «παγώνει». Συνήθως αποφεύγει εντελώς τις καταστάσεις στις οποίες υπάρχουν ή είναι πιθανό να συναντήσει τα αντικείμενα για τα οποία αισθάνεται φόβο.
Το άτομο με φοβία, όταν έρχεται ή πρόκειται να έρθει αντιμέτωπο με το αντικείμενο ή την κατάσταση που φοβάται, κάνει μια σειρά από αυτόματες σκέψεις οι οποίες εμπεριέχουν το στοιχείο της απειλής. Οι σκέψεις αυτές είναι τρομακτικές και προκαλούν φόβο (πχ. «ο σκύλος θα με φάει») ή διαστρεβλωμένες (πχ. το άτομο με φοβία για τις κατσαρίδες ίσως έχει την αίσθηση ότι οι διαστάσεις τους είναι μεγαλύτερες απ’ ό, τι στην πραγματικότητα).
Πώς αποκτούνται οι φοβίες
Οι φοβίες «μαθαίνονται» και η μάθησή τους γίνεται με τρεις τρόπους:
Παρατηρώντας τις αντιδράσεις των άλλων μαθαίνει κανείς να φοβάται συγκεκριμένα αντικείμενα ή καταστάσεις.
Ακόμη, το άτομο μαθαίνει να φοβάται καταστάσεις στις οποίες κάποτε βίωσε μια δυσάρεστη εμπειρία που του προκάλεσε φόβο.
Πολλές φορές κανείς φοβάται αντικείμενα ή καταστάσεις που δεν έχει αντιμετωπίσει προσωπικά, αλλά έχει απλώς ακούσει άλλους να τα βλέπουν με φόβο και να τα αποφεύγουν.
Σε όλες τις καταστάσεις καθοριστικό ρόλο παίζει ο τρόπος με τον οποίο το άτομο ερμήνευσε την εμπειρία του.
Τι συντηρεί μια φοβία
Οι φοβίες συντηρούνται και εντείνονται μέσω ενός φαύλου κύκλου. Ανεξάρτητα από το πώς οι φοβίες ξεκίνησαν και αναπτύχθηκαν, ο μηχανισμός που τις συντηρεί είναι η αποφυγή. Με δεδομένο ότι η πιο συχνή αντίδραση είναι η αποφυγή του αντικειμένου ή της κατάστασης που φοβάται, το άτομο δε δίνει στον εαυτό του την ευκαιρία να αντιμετωπίσει το φοβικό αντικείμενο ή τη φοβική κατάσταση και να διαπιστώσει κατά πόσο οι σκέψεις του είναι ρεαλιστικές. Αυτή η συμπεριφορά αυξάνει το άγχος, το φόβο και τις απειλητικές σκέψεις γι’ αυτήν την κατάσταση. Η εμπειρία αυτή τελικά «επιβεβαιώνει» στο άτομο την αντίληψή του ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τη φοβία του και ενισχύει τη συμπεριφορά αποφυγής.
Όταν η φοβία για ένα αντικείμενο ή κατάσταση επιμένει στο χρόνο, με αποτέλεσμα να γίνεται αφόρητη και να επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τις καθημερινές δραστηριότητες τότε το άτομο θα πρέπει να αναζητήσει τη βοήθεια ειδικού. Για παράδειγμα, εκείνος που αποφεύγει οποιαδήποτε κατάσταση στην οποία υπάρχει περίπτωση να δει σκύλο μάλλον ταλαιπωρείται καθημερινά. Κι αυτό γιατί κάθε φορά που βγαίνει έξω, πρέπει να σκέφτεται εκ των προτέρων τις διαδρομές τις οποίες θα ακολουθήσει ώστε να αποφύγει τελείως μέρη όπου υπάρχουν σκυλιά (σπίτια, πάρκα, καταστήματα με κατοικίδια κλπ.) και πιθανόν να χρειάζεται να έχει και κάποιον άλλο μαζί του σε περίπτωση που συναντήσει έναν αδέσποτο σκύλο.
Η θεραπεία βοηθά το άτομο να αντιμετωπίσει τις σωματικές αντιδράσεις της φοβίας και να τροποποιήσει τις σκέψεις καθώς και τη συμπεριφορά που τη διαιωνίζουν.
Διαβάστε ακόμη:
Μάθετε Περισσότερα

Σεξ: τι ρωτούν τα παιδιά
Οι ερωτήσεις που συνήθως γίνονται από τα μικρά παιδιά για το σεξ είναι πολλές και συχνά έχουν διερευνητικό χαρακτήρα. Παρατίθενται εδώ ορισμένα παραδείγματα: «Τι είναι αυτό;» (ενώ δείχνουν τα γεννητικά τους όργανα), «Γιατί τα κορίτσια δεν έχουν πέος;», «Γιατί το πέος του μπαμπά είναι μεγαλύτερο από το δικό μου;», «Από πού γεννιούνται τα μωρά;», «Από πού έρχονται τα μωρά;», «Γιατί οι άντρες δεν κάνουν μωρά;», «Εγώ θα κάνω μωρό;», «Πώς μπαίνει το μωρό μέσα στην κοιλιά της μητέρας;», «Πότε εσύ κι ο μπαμπάς κάνετε μωρά;» και αναρίθμητες άλλες σεξουαλικής περιέργειας ερωτήσεις.
Σε μεγαλύτερες ηλικίες γίνονται διαφορετικές ερωτήσεις, κυρίως για θέματα σχέσεων. Σε συναντήσεις εφήβων για σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, οι συχνότερες ερωτήσεις είναι: «Θα πρέπει οι έφηβοι να έχουν μόνιμο δεσμό;», «Θα πρέπει οι έφηβοι να ανταλλάσσουν μόνο χάδια και φιλιά;», «Πόσο θα πρέπει να προχωρήσει μια ερωτική σχέση;», «Τι γίνεται με τις προγαμιαίες σχέσεις;», «Τι είναι ο έλεγχος των γεννήσεων και η αντισύλληψη;», «Είναι κακό να αυτοϊκανοποιείται κάποιος/α;», «Τι είναι τα αφροδίσια νοσήματα;», «Τι είναι ομοφυλοφιλία/ αμφισεξουαλικότητα;» «Τι σημαίνει ότι ένα άτομο είναι τρανς/ διεμφυλικό και πώς πρέπει να του απευθυνόμαστε;» κλπ.
Αυτές οι ερωτήσεις μπορεί να φέρουν σε αμήχανη και δύσκολη θέση το γονέα πρέπει όμως να τις περιμένει και να είναι σε θέση να δώσει σαφείς και ειλικρινείς απαντήσεις στο παιδί του. Ο γονιός θα πρέπει να προχωρήσει παραπέρα και να εξηγήσει όχι μόνο τα βιολογικά στοιχεία του σεξ αλλά και όλο το πλέγμα της ερωτικής ζωής. Είναι ευθύνη του να προσαρμόσει τα βιολογικά δεδομένα μέσα στο πλέγμα των αξιών της οικογένειας. (δες σχετικό παλιότερο άρθρο)
Ο γονιός μπορεί να μπερδεύεται και να απορεί για θέματα που αφορούν, για παράδειγμα, τις λέξεις που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τα σεξουαλικά όργανα και τις σεξουαλικές πρακτικές. Ακόμη, μπορεί να προβληματίζεται για το πόσα πολλά θα πρέπει να πει και μήπως προκαλέσει ζημιά λέγοντας πάρα πολλά. Τα παιδιά, και ιδιαίτερα εκείνα που προέρχονται από οικογένειες ευτυχισμένες και σταθερές, είναι περισσότερο ανθεκτικά από όσο μπορούμε να φανταστούμε. Θέτοντας τα θέματα γύρω από το σεξ αδέξια, λέγοντας πάρα πολλά, το περισσότερο που μπορεί να υπάρξει είναι μια παροδική αναταραχή. Τίποτε άλλο.
Ενώ δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην απαντάμε στις ερωτήσεις των παιδιών με ειλικρίνεια, από την άλλη οι απαντήσεις που δίνονται δε χρειάζεται να είναι ολόκληρη διάλεξη στη σεξολογία, την ανθρωπολογία ή τη μαιευτική. Πρέπει να είναι σύντομες πχ. μία με δύο προτάσεις. Όταν ένα αγόρι δύο ή τριών χρόνων δείχνει τα γεννητικά του όργανα και ρωτάει «Τι είναι αυτό;», είναι η κατάλληλη στιγμή να του πούμε ότι «είναι το πέος του» και όχι «το πουλάκι του». Το παιδί είναι καλό να διδαχθεί τους σωστούς επιστημονικούς όρους από νωρίς, άσχετα ότι σπάνια θα τους χρησιμοποιήσει όταν μιλάει με τους φίλους του. Εκεί συνήθως αναμένεται ότι θα χρησιμοποιηθεί κάποια αργκό λέξη την οποία χρησιμοποιεί και η παρέα του. Αυτό όμως δεν είναι σημαντικός λόγος να ανησυχεί κανείς. Σημαντική είναι η ανάπτυξη μια υγιούς στάσης απέναντι σε αυτά που σημαίνουν οι λέξεις.
Μάθετε Περισσότερα
